Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2008

Ο συγγραφέας Παύλος Μάτεσις μας ξεναγεί στην περιοχή όπου ζει, τα Εξάρχεια.

Στρέφη... τον κόσμο αλλού

Μέχρι πριν από μια εικοσαετία, έμενα σε ισόγειο και το καλοκαίρι κοιμόμουν με ανοιχτά παράθυρα. Τότε υπήρχαν εξαιρετικές λαϊκές γυναίκες, οι οποίες έβγαζαν τραπεζάκια έξω στο πεζοδρόμιο, όπου καθόμασταν όλοι μαζί: οι κυρίες, τα παιδιά τους, οι άντρες τους, τα σκυλιά μας… Ηταν πολύ ωραία. Η σημερινή κατάσταση στο λόφο του Στρέφη είναι ντροπή. Δεν τον περιποιήθηκε ποτέ κανένας δήμαρχος. Τώρα τελευταία είδα κάτι αφίσες στους δρόμους, με τις οποίες μας καλούν οι ντόπιοι να μαζευτούμε μήπως και γίνει κάτι για το λόφο». Ο συγγραφέας Παύλος Μάτεσις δεν κρύβει την απογοήτευσή του για τη μόνιμη εγκατάλειψη του λόφου που δεσπόζει στην περιοχή του. Κάτοικος των Εξαρχείων τα τελευταία 25 χρόνια, δηλώνει πλέον ότι επιθυμεί να ζήσει στη Φλωρεντία ή στη Ρώμη. Το γιατί το αναλύει περιγράφοντας την κατάσταση της γειτονιάς του.

«Ο λόφος πάντα ήταν απεριποίητος. Ηταν ένας τόπος που τον κατοικούσαν κάποιοι “τρελοί”», λέει. Και συνεχίζει: «Τους θερινούς μήνες τον κατοικούσαν κάποιοι δήθεν τουρίστες οι οποίοι έστηναν ένα σεντόνι και έμεναν εκεί όλο το καλοκαίρι. Εκτός από κατοικία, ήταν για αυτούς και τουαλέτα. Καταλαβαίνεις, λοιπόν, το πρόβλημα για όσους μέναμε κοντά. Παλαιότερα κατέβαζαν ένα πτώμα την ημέρα από εκεί. Σήμερα ευτυχώς δεν συμβαίνει το ίδιο. Είτε τελείωσε το θέμα είτε τους βγάζουν από άλλη πλευρά – δεν ξέρω».

Το παρήγορο είναι ότι χάρη στο λόφο του Στρέφη, η περιοχή έχει άφθονα πεύκα. «Επίσης υπάρχει ηρεμία σχετικά, αλλά τα ισόγεια και τα υπόγεια διαμερίσματα έχουν καταληφθεί από αλλοδαπούς. Η συμβίωση δεν είναι πολύ εύκολη γιατί -όπως και να το κάνουμε- υπάρχει σύγκρουση πολιτισμών είναι κάτι αναπόφευκτο. Υπάρχει πρόβλημα συγκατοίκησης, συνεννόησης», αναφέρει ο κ. Μάτεσις.
Βασικό πλεονέκτημα της γειτονιάς του θεωρεί την ευκολία μετακίνησης με τα πόδια. «Δεν χρησιμοποιώ συγκοινωνία ούτε όχημα δικό μου. Κάποτε είχα ένα. Το είχα παρκαρισμένο και όταν πήγα να το πάρω διαπίστωσα ότι μου είχαν κλέψει την πόρτα», θυμάται.

Κατά το συγγραφέα, η αρχιτεκτονική της περιοχής δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, παρότι ο ίδιος έμενε πάντα σε «καλά σπίτια». «Καλά όπως τα εννοώ εγώ», λέει και αμέσως το αιτιολογεί: «Επειδή έχω γεννηθεί σε χωριό, δεν μπορώ να βλέπω απέναντί μου, από το παράθυρο, άλλο σπίτι. Θέλω να βλέπω δέντρα και αυτό το έχω επιτύχει. Φανταστείτε πως για ένα διάστημα 8-9 μηνών μετακόμισα στην Πεντέλη μαζί με το σκύλο μου. Πολύ πράσινο, αλλά δεν άντεξα. Εδώ υπήρχε ένα πράγμα: αυτό που λέμε χειροποίητο, σπιτίσιο. Τα προηγούμενα χρόνια αυτό ίσχυε πιο πολύ. Οχι μόνο έμενες, αλλά άφηνες και το κλειδί στη γειτόνισσα. Και αν είχες και καλές σχέσεις –εγώ είχα–, της άφηνες και το σκυλί σου. Υπήρχε αυτή η επαφή».

Για την καθημερινότητα στα Εξάρχεια ο κ. Μάτεσις δεν μπορεί να πει πολλά, αφού, όπως σημειώνει, η δουλειά του τον κρατάει εσώκλειστο. Ομως για τα πεζοδρόμια είναι σαφής: «Κινδυνεύεις, αν δεν προσέξεις, να βουτήξεις, να πέσεις μέσα». Καυστικός είναι και για το πρόβλημα της στάθμευσης: «Αυτοί που έχουν μαγαζιά στην περιοχή παρκάρουν όπου βρουν, με αποτέλεσμα να φρακάρουν όλοι οι δρόμοι».

Τις ευθύνες για την κατάσταση της γειτονιάς του τις εντοπίζει και μέσω της ιστορίας: «Υπάρχει το κακό που κληροδότησαν οι Τούρκοι στους Έλληνες. Ο Ελληνας δεν αισθάνεται ότι η χώρα του του ανήκει. Αισθάνεται δούλος σε αυτήν. Κάθεται σε μια γωνιά και περιμένει όλα να διορθωθούν μόνα τους. Θα σας πω ένα απίστευτο περιστατικό: βρισκόμουν στην Αυστρία. Είδα κάποιον με ένα φτυάρι να κλείνει μια λακκούβα στον δρόμο. Οταν τον ρώτησα αν είναι δήμοτικός υπάλληλος μου απάντησε: “Ξέρω πως ο δρόμος μου ανήκει, άρα πρέπει να τον φροντίσω”».

Η ιστορία

Τα Εξάρχεια οφείλουν το όνομά τους στον έμπορο Εξαρχο, που είχε ανοίξει ένα μεγάλο κατάστημα γενικού εμπορίου στην περιοχή. Αναπόσπαστο κομμάτι της συνοικίας αποτελεί ο λόφος του Στρέφη. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας λεγόταν Πινακωτά (παραφθορά της τουρκικής λέξης «Μπινέκντασι», που σήμαινε πέτρα ή υψηλός βράχος). Αργότερα μετονομάστηκε σε λόφο του Στρέφη, από την ομώνυμη οικογένεια η οποία το 1963 δώρισε την έκταση στο Δήμο Αθηναίων. Τα πρώτα επεισόδια μεταξύ φοιτητών και αστυνομικών δυνάμεων στην περιοχή ήταν τα περίφημα «σκιαδικά» το 1859. Τότε ομάδες φοιτητών κατέβηκαν στα Εξάρχεια με ψάθινα καπέλα που κατασκευάζονταν στη Σίφνο, θέλοντας με τον τρόπο αυτό να διαμαρτυρηθούν για τις υψηλές τιμές καπέλων από το εξωτερικό και γενικότερα για την οικονομική πολιτική των Βαυαρών.

Οι αναρχικοί και ο μύθος της πλατείας

Για πολλούς τα Εξάρχεια είναι συνδεδεμένα με την παρουσία αναρχικών. Ο κ. Μάτεσις αποδομεί το «μύθο» της πλατείας και των «παιδιών» της: «Αυτοί που λέμε –ή θέλουν να λέγονται– αναρχικοί είναι πολύ συμπαθητικά πλάσματα. Εάν είχαν πολιτικό στόχο, θα ήταν πάρα πολύ χρήσιμοι. Θα ήταν ένα είδος “Ρομπέν των δασών” στο θέμα της αισθητικής, του πολιτισμού, της πολιτικής. Αν είχαν πολιτικό στόχο, θα τα έβαζαν με τους πολιτικούς, δεν θα περιορίζονταν να γράφουν στους τοίχους και πολλές φορές ανορθόγραφα, να καίνε αυτοκίνητα. Θα μπορούσαν κάλλιστα να καίνε τις επαύλεις στην Εκάλη. Αυτό το θέλουμε όλοι». Ο συγγραφέας τονίζει ότι «δεν πρέπει να κάνουμε θρύλο τα Εξάρχεια – αυτό είναι φαιδρό» και επισημαίνει ότι οι λεγόμενοι αναρχικοί «δεν κάνουν τίποτε ουσιώδες. Λυπάμαι πολύ για αυτό το λανθάνον δυναμικό. Εγώ νομίζω ότι μια χειροβομβίδα μέσα στη Βουλή σε ώρα συνεδρίασης θα ήταν πολύ καλό, δεν θα λυπόταν κανείς…». Πώς όμως συντηρείται επί δεκαετίες ζωντανός ο «μύθος» για την περιοχή; «Προσδίδει γοητεία σε κάποιον που δεν μένει εδώ η ιδέα ότι υπάρχουν νεαροί που κάνουν έξαλλα πράγματα. Για αυτούς που δεν μετέχουν και δεν τα υφίστανται, έχει μια δόση ρομαντισμού. Δεν υπάρχει μαγεία στα Εξάρχεια. Μαγεία υπάρχει στην Ηπειρο, στη Θράκη. Δεν υπάρχουν πόλεις, ούτε γειτονιές με μαγεία στη χώρα μας. Δεν προβλέψαμε, δεν σχεδιάσαμε, δεν μεριμνήσαμε, άρα έχουμε πόλεις με τόνους τσιμέντου, βρόμικες, χωρίς σεβασμό στον άνθρωπο. Αστικοποίησαν τα πάντα».

Ανασφάλεια και «ιπτάμενα» σκουπίδια

Η πιο ενοχλητική εικόνα στα Εξάρχεια είναι για τον κ. Μάτεσι τα… ιπτάμενα σκουπίδια: «Εκεί που κάθεσαι στο μπαλκόνι σου, βλέπεις μια σακούλα να ίπταται. Γυρίζεις το βλέμμα προς τα πάνω και βλέπεις τη γειτόνισσα να στέκεται στο μπαλκόνι της και να σφυρίζει αδιάφορα», λέει και συνεχίζει: «Υπάρχει και μία άλλη εικόνα. Βλέπω άντρες και γυναίκες με τα σκουπίδια στο χέρι, που δεν τα πετάνε στον κάδο αλλά τα αφήνουν έξω από αυτόν. Δεν ξέρω να το ερμηνεύσω. Μάλλον οι άνθρωποι θέλουν με αυτόν τον τρόπο να τιμωρήσουν το κράτος. Δεν ξέρω τι να πω… Ο Ελληνας έχει μια τάση δολιοφθοράς για τον τόπο του και αυτό συμβαίνει από την εποχή της Τουρκοκρατίας. Το βέβαιο είναι πως και αυτό ανακόπτει τη φορά του πολιτισμού».

Παρά την έντονη παρουσία αστυνομικών δυνάμεων κοντά στα Εξάρχεια, επικρατεί αίσθημα ανασφάλειας. «Τα τελευταία τρία χρόνια δύο φορές έπεσα θύμα διάρρηξης», αναφέρει χαρακτηριστικά ο συνομιλητής μας. «Δεν έκλεψαν τίποτε. Τι να κλέψουν; Βιβλία; Αλλωστε οι κλέφτες επιτηρούν. Βλέπουν ποιος μένει πού. Λένε “εδώ κατοικεί μια κυρία, άρα έχει κοσμήματα”. Δεν έχουμε κανένα απολύτως αίσθημα ασφάλειας. Αλλά νομίζω ότι όλη η Αθήνα έχει το αίσθημα της ανασφάλειας. Παντού αισθάνεται ανασφαλής, ότι κάποιος κλέφτης ή διαρρήκτης θέλει να φτιάξει τη ζωή του χωρίς να δουλέψει».

Επιχειρώντας να ερμηνεύσει την κατάσταση που περιγράφει, ο συγγραφέας σημειώνει: «Νομίζω ότι έχει φθαρεί ο ελληνικός χαρακτήρας. Παραλείπω να σχολιάσω τους αλλοδαπούς και τους μετανάστες, γιατί θα χαρακτηριστώ ρατσιστής».

Ο κ. Μάτεσις δεν μπορεί να μην αναφερθεί στην παρουσία νεαρών που ζητούν χρήματα από τους περαστικούς στην πλατεία Εξαρχείων και τους γύρω δρόμους: «Θα σας πως ένα περιστατικό που το έχω βάλει και σε βιβλίο μου. Με σταματάει ένας νεαρός και μου ζητάει 20 λεπτά. Βγάζω και του δίνω 10 ευρώ. “Σας ευχαριστώ, κύριε”, μου λέει. “Με έχει διώξει ο πατέρας μου και δεν έχω πού να μείνω”. Βγάζω και του δίνω δύο εικοσάρικα και μου λέει: “Κύριε, δεν παίρνω τώρα ναρκωτικά, το έχω ρίξει στο ούζο…”».

ΚΑΡΑΔΗΜΑ ΚΑΤΕΡΙΝΑ

Αντιγράφω από
ΕλεύθεροΤύπο
Παρασκευή, 22.02.08

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου