Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Λούμπεν στοιχείο

«Δε φτάναν τα όσα μας κάνανε οι άλλοι, είχαμε και τα κωλόπαιδα της καθοδήγησης: μη βρίζετε, μη φωνάζετε, μη διαμαρτύρεστε, η ηθική του κομμουνιστή και τα ρέστα. Λες κι ήμασταν παρθεναγωγείο. Καλά, δεν τα πιστεύανε, απλώς ήταν ένας τρόπος να μας σπάσουνε τον τσαμπουκά, και το κατάφεραν. Οι πιο πολλοί τσάκισαν γιατί χτυπιόταν από μέσα. Και το κατάφεραν, που λες, σε κοτέτσι μια ζωή, να μας κάνουν κότες. Με τις τόσες μαλακίες που κάνανε, πως αλλιώς θα μας κρατάγανε να μην τους ρίξουμε σφαλιάρα; Τέλος, το χωράει, ρε, ο νους σου, να είμαστε επαναστάτες, και η βάση της συμπεριφοράς μας να είναι … οι δέκα εντολές; «Ου κλέψεις, ου μοιχεύσεις» και άλλες μαλακίες, όταν μας έκλεβαν, μας σκότωναν και μας γαμούσαν απ’ όλες τις μπάντες. Αυτά τα μπαλαμούτια των αστών μας τα πασάρανε σαν κομμουνιστική ηθική και επαναστατική συμπεριφορά. Διπλή σκλαβιά, σου λέω, να τρελαθείς. Λούμπεν στοιχείο! Ξέρεις τι θα πει λούμπεν στοιχείο; Το ‘μαθα αργότερα, τότε ακόμα δεν ήξερα ξένες γλώσσες. Λούμπεν στοιχείο θα πει αλήτης, να πούμε στοιχείο αντικοινωνικό. Και ξέρεις γιατί; Γιατί του άρεσε ν’ ακούει καμιά πενιά και δεν το ‘κρυβε, γιατί αγάπαγε το κρασί, γενικά γιατί ήταν άνθρωπος που είχε κάποια μεράκια και καμιά υποκρισία. Μια ζωή, ρε, οι κερχανατζήδες μας μπαφιάσανε, μας γανώνανε το μυαλό πως ήταν ανήθικο ν’ ακούμε μπουζούκι και γενικά ρεμπέτικα τραγούδια, και πολύ περισσότερο να τα τραγουδάμε, διότι ήταν, λέει, τραγούδια της παρακμής και της απαισιοδοξίας. Όλο αισιοδοξία, βλέπεις, ήταν η ζωή μας γενικά, κι έφταιγε η μουσική, να πούμε, που ξεστράτιζε τον επαναστάτη απ’ το σωστό δρόμο … Μας μπαφιάσανε στο καλαματιανό, στο αργεντίνικο ταγκό και στις γλυκανάλατες καντσονέτες. Όλο παράνομα και ζούλα, με χίλιες ενοχές, να ψιλοπιάνουμε κάνα Τσιτσάνη, κάνα Βαμβακάρη … Και πώς να ξεδώσεις, μωρ’ αδερφέ μου, με το Ξένοιαστα παίζανε κρυφτούλι στις ανθισμένες κερασιές, ή με το Σαράντα παλικάρια από τη Λεβαδιά; Πώς να ξεδώσεις και πώς να πεθάνεις χωρίς μεράκι και χωρίς πάθος; Μαλακία, σου λέω, να την κόβεις με το μαχαίρι. Άσε δε άμα σου σηκωνότανε κιόλας, άμα να πούμε είχες και σεξουαλικές ανησυχίες, όπως λένε, ε τότε ήσουνα για να ‘σουνα χαλασμένος πια. Καλά, εγώ μια ζωή όλο ενοχές ήμουνα, γιατί όλα τ’ απαγορευμένα μ’ άρεζαν: οι γυναίκες, το κρασί, οι πενιές … Ρε γαμώτο, ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω πως, να πούμε, ταίριαζε να ΄μαστε επαναστάτες, δηλαδή άνθρωποι που καιγόμαστε από πάθος για τη ζωή, ρομαντικοί, ευαίσθητοι, ερωτευμένοι μέχρι θανάτου με τον άνθρωπο και τη λευτεριά του, να τραβάμε χαμογελώντας για το εκτελεστικό απόσπασμα, να υπομένουμε βασανιστήρια, φυλακές, κακό, και να ΄μαστε νερουλοί, νερόβραστοι, χωρίς φωτιά μέσα μας, σ’ όλη μας τη ζωή χωρίς πάθος, χωρίς ένα φάλτσο, νότες πειθήνιες μέσα στο πεντάγραμμο, που ακούνε μονάχα το μαέστρο. Σκατά.»
Χρόνης ΜΙΣΣΙΟΣ
...καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου